αντιστοιχίζω


αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζω, αντιστοίχισα βλ. πίν. 33
——————
Σημειώσεις:
αντιστοιχίζωαντιστοιχώ : οι έννοιες των δύο ρημάτων δεν ταυτίζονται.
Το αντιστοιχίζω σημαίνει θέτω σε αντιστοιχία κάτι με άλλο, ενώ το αντιστοιχώ αναλογώ, ισοδυναμώ με κάτι.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιστοιχώ — βλ. πίν. 73 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) Σημειώσεις: αντιστοιχίζω – αντιστοιχώ : οι έννοιες των δύο ρημάτων δεν ταυτίζονται. Το αντιστοιχίζω σημαίνει θέτω σε αντιστοιχία κάτι με άλλο, ενώ το αντιστοιχώ αναλογώ, ισοδυναμώ με κάτι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής